11 αποτελέσματα για «惣»

惣菜 そうざい

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδευτικό πιάτο, ορεκτικό (που σερβίρεται ως μέρος ενός καθημερινού οικιακού γεύματος)
そう

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτική τοπική αυτοδιοίκηση (περίοδος Μουρομάτσι)
惣菜パン そうざいパン

ουσιαστικό

  1. 01 γεμιστό ψωμί, ψωμί στο οποίο έχει προστεθεί κάτι (σάντουιτς, πιροσκί κ.λπ.), αρτοσκεύασμα με γέμιση (ρολάκια, ψωμάκια κ.λπ.)
惣無事令 そうぶじれい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό διάταγμα Σομπουντζιρέι του 1585 από τον Τογιοτόμι Χιντεγιόσι που απαγόρευε τον πόλεμο μεταξύ των φεουδαρχών στην Ιαπωνία
惣領制 そうりょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα σόριο, οργάνωση τοπικών οικογενειών γαιοκτημόνων που βασίζεται στη διαιρεμένη κληρονομιά υπό την ηγεσία ενός κύριου κληρονόμου, συνήθως του πρωτότοκου γιου (περίοδος Καμακούρα)
惣菜店 そうざいてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα πώλησης έτοιμου φαγητού
惣嫁 そうか

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη του δρόμου (περίοδος Έντο)
惣社 そうじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ναός που φιλοξενεί πολλές θεότητες
惣菜屋 そうざいや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα πώλησης έτοιμου φαγητού
惣管領 そうかんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός κυβερνήτης
  1. 01 όλος