3 αποτελέσματα για «惶»

惶懼 こうく

ουσιαστικό

  1. 01 κατάληψη από δέος
惶遽 こうきょ

ουσιαστικό

  1. 01 φοβισμένος και πανικόβλητος
  1. 01 φόβος