10 αποτελέσματα για «愁»
愁嘆場 しゅうたんば
ουσιαστικό
- 01 τραγική σκηνή (που προκαλεί δάκρυα), σπαρακτική σκηνή, αξιοθρήνητη σκηνή
愁眉 しゅうび
ουσιαστικό
- 01 ανήσυχη έκφραση, μελαγχολική διάθεση
愁傷 しゅうしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θλίψη, λύπη
愁眉を開く しゅうびをひらく
άλλο, ρήμα
- 01 ανακουφίζομαι
愁然 しゅうぜん
ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα
- 01 θλιμμένα
愁訴 しゅうそ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράπονο (για πόνο, ταλαιπωρία κ.λπ.), έκκληση
愁嘆 しゅうたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θρήνος, θλίψη, οδύνη
愁色 しゅうしょく
ουσιαστικό
- 01 ανήσυχο βλέμμα
愁殺 しゅうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βαθιά θλίψη, έντονη λύπη
愁
- 01 στενοχωριέμαι
- 02 θρηνώ
- 03 οδύρομαι
- 04 αγχώνομαι