5 αποτελέσματα για «慇»
慇懃 いんぎん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ευγενικός, προσηνής, πολιτισμένος
- 02 φιλία, (σεξουαλική) οικειότητα
慇懃無礼 いんぎんぶれい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 επιφανειακά ευγενικός αλλά κατά βάθος αγενής, αγενής κάτω από το πρόσχημα της ευγένειας, φαινομενικά ευπρεπής αλλά κατά βάθος αυθάδης
慇懃丁重 いんぎんていちょう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ευγενικός και προσηνής
慇懃を通じる いんぎんをつうじる
άλλο, ρήμα
- 01 διατηρώ κρυφή ερωτική σχέση με, έχω παράνομο ερωτικό δεσμό με
慇
- 01 ευγένεια