6 αποτελέσματα για «慌»

慌てる あわてる N3

ρήμα

  1. 01 μπερδεύομαι, αποδιοργανώνομαι, ταράζομαι, πανικοβάλλομαι
  2. 02 βιάζομαι, σπεύδω, επιταχύνω
慌ただしい あわただしい N2

επίθετο

  1. 01 πολυάσχολος, έντονος, βιαστικός, σπευσμένος
  2. 02 ταχύς, γρήγορος, ξαφνικός
慌てふためく あわてふためく

ρήμα

  1. 01 πανικοβάλλομαι, ταράζομαι, χάνω την ψυχραιμία μου
慌て者 あわてもの

ουσιαστικό

  1. 01 αφηρημένος, αφηρημένος άνθρωπος, απρόσεκτο άτομο, απερίσκεπτο άτομο
  2. 02 παρορμητικό άτομο, βιαστικός άνθρωπος
慌てる乞食はもらいが少ない あわてるこじきはもらいがすくない

άλλο, επίθετο

  1. 01 όποιος βιάζεται σκοντάφτει, η υπομονή ανταμείβεται
  1. 01 ταραγμένος
  2. 02 μπερδεύομαι
  3. 03 χάνω τα λογικά μου