5 αποτελέσματα για «慧»

慧眼 けいがん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 οξύ βλέμμα, διεισδυτική ματιά, οξυδέρκεια, οξυμένη αντίληψη
慧眼 えげん

ουσιαστικό

  1. 01 σοφό μάτι
慧敏 けいびん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έξυπνος, με γρήγορη αντίληψη
慧日 えにち

ουσιαστικό

  1. 01 ήλιος της σοφίας, το άπειρο φως της σοφίας του Βούδα ή του Μποντισάτβα
  1. 01 σοφός