6 αποτελέσματα για «慨»

慨嘆 がいたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θρήνος, οδυρμός, μετάνοια, παράπονο
慨然 がいぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αγανακτισμένος, θλιμμένος
  2. 02 ακλόνητος, αποφασιστικός
慨する がいする

ρήμα

  1. 01 μετανιώνω, θρηνώ
慨世 がいせい

ουσιαστικό

  1. 01 θρηνώ για την πορεία των δημόσιων πραγμάτων
慨世憂国 がいせいゆうこく

ουσιαστικό

  1. 01 θλίβομαι για την κατάσταση της χώρας από καθαρό πατριωτισμό
  1. 01 μετανιώνω
  2. 02 λυπάμαι
  3. 03 αναστενάζω
  4. 04 θρηνώ