8 αποτελέσματα για «憑»
憑く つく
ρήμα
- 01 καταλαμβάνω (από πνεύμα), στοιχειώνω
憑依 ひょうい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάληψη (από πνεύμα, δαίμονα κ.ά.)
- 02 εξάρτηση (από)
憑き物 つきもの
ουσιαστικό
- 01 κακό πνεύμα (που καταλαμβάνει κάποιον), δαίμονας, διάβολος
憑かれる つかれる
ρήμα
- 01 καταλαμβάνομαι (από πνεύμα ή δαίμονα)
憑霊 ひょうれい
ουσιαστικό
- 01 κατάληψη από πνεύμα
憑坐 よりまし
ουσιαστικό
- 01 παιδί ή κούκλα που χρησιμοποιείται ως ξενιστής για πνεύμα το οποίο επικαλείται σαμάνος ή μίκο
憑拠 ひょうきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βάση, θεμέλιο, στήριγμα
憑
- 01 εξαρτώμαι
- 02 βασίζομαι
- 03 απόδειξη, στοιχείο
- 04 απόδειξη
- 05 σύμφωνα με
- 06 κατέχω
- 07 στοιχειώνω