2 αποτελέσματα για «憔»

憔悴 しょうすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάντληση, σωματική φθορά, κατάπτωση, εξασθένιση, κούραση
  1. 01 αδυνατίζω