5 αποτελέσματα για «憚»

憚る はばかる

ρήμα

  1. 01 διστάζω, έχω ενδοιασμούς, φοβάμαι τι μπορεί να σκεφτούν οι άλλοι
  2. 02 επιβάλλομαι, ασκώ μεγάλη επιρροή
憚り はばかり

ουσιαστικό

  1. 01 δισταγμός
  2. 02 εμπόδιο
  3. 03 τουαλέτα
憚りながら はばかりながら

επίρρημα

  1. 01 με κάθε επιφύλαξη, με το θάρρος να πω ότι, με συγχωρείτε, αλλά
憚り様 はばかりさま

επιφώνημα, ουσιαστικό

  1. 01 ευχαριστώ για τον κόπο σου, δυστυχώς
  1. 01 διστάζω
  2. 02 αποτραβιέμαι
  3. 03 δέος