6 αποτελέσματα για «憩»

憩い いこい

ουσιαστικό

  1. 01 ξεκούραση, χαλάρωση
憩いの場 いこいのば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ανάπαυσης και αναζωογόνησης
憩う いこう

ρήμα

  1. 01 αναπαύομαι, χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
憩室 けいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 εκκόλπωμα
憩室炎 けいしつえん

ουσιαστικό

  1. 01 εκκολπωματίτιδα
  1. 01 διάλειμμα
  2. 02 ανάπαυση, ξεκούραση
  3. 03 χαλαρώνω
  4. 04 ανάπαυση, ηρεμία