5 αποτελέσματα για «憫»

憫笑 びんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαμογελώ με οίκτο
憫然 びんぜん

επίθετο, άλλο, επίρρημα

  1. 01 αξιολύπητος, ελεεινός, οικτρός, λυπηρός
憫察 びんさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπλαχνίζομαι, συμπόνια, οίκτος
憫諒 びんりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ίκτος, συμπόνια, ενσυναίσθηση
  1. 01 άγχος, αγωνία
  2. 02 έλεος, οίκτος