37 αποτελέσματα για «懸»
懸命 けんめい N2
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πρόθυμος, ένθερμος, επίπονος, διακαής, επιμελής, με υπέρτατη προσπάθεια
懸念 けねん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανησυχία, φόβος, άγχος, αγωνία
懸案 けんあん
ουσιαστικό
- 01 εκκρεμές ζήτημα, άλυτο πρόβλημα
懸賞金 けんしょうきん
ουσιαστικό
- 01 χρηματικό έπαθλο, αμοιβή
懸想 けそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ερωτεύομαι, προσκόλληση
懸賞 けんしょう N1
ουσιαστικό
- 01 αθλοθέτηση, διαγωνισμός με έπαθλο, έπαθλο, αμοιβή
懸垂 けんすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έλξη (άσκηση), κάμψη στο μονόζυγο
- 02 ανάρτηση, κρέμασμα, αιώρηση
懸念材料 けねんざいりょう
ουσιαστικό
- 01 αιτία ανησυχίας, λόγος για προβληματισμό
懸け橋 かけはし
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή γέφυρα, αυτοσχέδια γέφυρα
- 02 γέφυρα (μεταξύ πολιτισμών, γενεών κ.λπ.), σύνδεσμος, διαμεσολαβητής
- 03 διάδρομος (κατασκευασμένος σε βραχώδη πλαγιά), ξύλινο μονοπάτι
懸隔 けんかく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαφορά, απόκλιση
懸崖 けんがい
ουσιαστικό
- 01 απόκρημνος βράχος
懸架 けんか
ουσιαστικό
- 01 ανάρτηση (οχήματος)
懸吊 けんちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάρτηση, κρέμασμα
懸絶 けんぜつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεγάλη διαφορά
懸想文 けそうぶみ
ουσιαστικό
- 01 ερωτικό γράμμα
懸賞問題 けんしょうもんだい
ουσιαστικό
- 01 πρόβλημα για διαγωνισμό με έπαθλο
懸垂下降 けんすいかこう
ουσιαστικό
- 01 ραπέλ, καταρρίχηση
懸濁 けんだく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιώρημα (κατάσταση)
懸巣 かけす
ουσιαστικό
- 01 ευρασιατική κίσσα (Garrulus glandarius)
懸賞論文 けんしょうろんぶん
ουσιαστικό
- 01 διαγωνισμός δοκιμίων