5 αποτελέσματα για «戮»
戮する りくする
ρήμα
- 01 σκοτώνω, δολοφονώ, εκτελώ
戮す りくす
ρήμα
- 01 σκοτώνω (κάποιον), δολοφονώ, εκτελώ
戮力協心 りくりょくきょうしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοινές προσπάθειες, αλληλεγγύη, ένωση δυνάμεων
戮力 りくりょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνεργασία, σύμπραξη, βοήθεια, υποστήριξη
戮
- 01 σκοτώνω