8 αποτελέσματα για «戴»

戴冠式 たいかんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή στέψης, ενθρόνιση
戴冠 たいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στέψη, ενθρόνιση
戴天 たいてん

ουσιαστικό

  1. 01 επίγεια ύπαρξη, ζωή κάτω από τον ουρανό
戴白 たいはく

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένοι άνθρωποι, γκριζάρισμα μαλλιών
戴勝 やつがしら

ουσιαστικό

  1. 01 τσαλαπετεινός (είδος ευρασιατικού πτηνού, Upupa epops)
戴帽式 たいぼうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή απονομής σκούφου (για νέες νοσηλεύτριες)
戴くものは夏も小袖 いただくものはなつもこそで

άλλο

  1. 01 παίρνω ό,τι βρω μπροστά μου, είμαι άπληστος, δέχομαι ακόμη και βαμβακερό μεταξωτό μανίκι μέσα στο καλοκαίρι
  1. 01 στεφανώνομαι με
  2. 02 ζω υπό (έναν άρχοντα)
  3. 03 λαμβάνω