26 αποτελέσματα για «扁»

扁平 へんぺい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδος
扁桃腺 へんとうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αμυγδαλή
  2. 02 αμυγδαλίτιδα
扁額 へんがく

ουσιαστικό

  1. 01 πλαίσιο με εικόνα ή ρητό (συνήθως οριζόντιο, κρεμασμένο πάνω από πύλες ή υπέρθυρα)
扁桃体 へんとうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αμυγδαλή, αμυγδαλοειδής πυρήνας, αμυγδαλοειδές σώμα
扁桃 へんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αμυγδαλιά
  2. 02 αμυγδαλή
扁桃炎 へんとうえん

ουσιαστικό

  1. 01 αμυγδαλίτιδα
扁舟 へんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή βάρκα, βαρκούλα
扁形動物 へんけいどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλατυέλμινθας
扁平足 へんぺいそく

ουσιαστικό

  1. 01 πλατυποδία
扁桃油 へんとうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 αμυγδαλέλαιο
扁爪 ひらづめ

ουσιαστικό

  1. 01 νύχι (π.χ. νύχι χεριού, νύχι ποδιού)
扁平上皮癌 へんぺいじょうひがん

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα, ακανθοκυτταρικός καρκίνος
扁桃腺炎 へんとうせんえん

ουσιαστικό

  1. 01 αμυγδαλίτιδα
扁桃摘出術 へんとうてきしゅつじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 αμυγδαλεκτομή
扁壺 へんこ

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλικό επίπεδο πήλινο φλασκί
扁豆 ひらまめ

ουσιαστικό

  1. 01 φακή (Lens culinaris)
扁球 へんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πεπλατυσμένο σφαιροειδές
扁形動物門 へんけいどうぶつもん

ουσιαστικό

  1. 01 πλατυέλμινθες (συνομοταξία των πλατυέλμινθων)
扁平率 へんぺいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 πεπλάτυνση
扁青石 へんせいせき

ουσιαστικό

  1. 01 λάπις λάζουλι