5 αποτελέσματα για «扉»

とびら N1

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα, πύλη, άνοιγμα
  2. 02 σελίδα τίτλου
扉口 とびらぐち

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα, κατώφλι, θυρίδα
扉絵 とびらえ

ουσιαστικό

  1. 01 προμετωπίδα
扉の木 とびらのき

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό πιττόσπορο (Pittosporum tobira)
  1. 01 εξώπορτα
  2. 02 σελίδα τίτλου
  3. 03 πρώτη σελίδα