31 αποτελέσματα για «払»

払う はらう N4

ρήμα

  1. 01 πληρώνω (π.χ. χρήματα, λογαριασμό)
  2. 02 βουρτσίζω, σκουπίζω, απομακρύνω, καθαρίζω, ξεσκονίζω, κόβω (π.χ. κλαδιά)
  3. 03 διώχνω, απομακρύνω (π.χ. τους ανταγωνιστές κάποιου)
  4. 04 πουλάω, ξεφορτώνομαι (κάτι περιττό), διαθέτω
  5. 05 δίνω (π.χ. προσοχή), δείχνω (π.χ. σεβασμό, ενδιαφέρον)
  6. 06 κάνω (π.χ. προσπάθεια, θυσία), καταβάλλω, δαπανώ
  7. 07 φεύγω από το μέρος μου, εγκαταλείπω, αδειάζω, εκκενώνω
  8. 08 σαρώνω (π.χ. τα πόδια), παραμερίζω, ρίχνω στο πλάι
  9. 09 κάνω μια σαρωτική γραμμή (στην ιαπωνική καλλιγραφία)
  10. 10 μηδενίζω, επαναφέρω (έναν άβακα)
払いのける はらいのける

ρήμα

  1. 01 απωθώ, αποτινάσσω, απομακρύνω βίαια, διώχνω
払拭 ふっしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάλειψη, απομάκρυνση, εκριζωμός, διασκεδασμός
払い はらい

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωμή, λογαριασμός
  2. 02 σάρωμα, ξεκαθάρισμα
  3. 03 σαρωτική κίνηση (π.χ. κατά τη γραφή κάντζι)
払い落とす はらいおとす

ρήμα

  1. 01 τινάζω, αποτινάζω
払暁 ふつぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αυγή, χαράματα
払い下げる はらいさげる

ρήμα

  1. 01 εκποιώ κυβερνητική περιουσία
払い戻し はらいもどし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποπληρωμή, επιστροφή χρημάτων, εξόφληση
払い下げ はらいさげ

ουσιαστικό

  1. 01 πώληση ή εκποίηση (συνήθως πλεονάζουσας κρατικής περιουσίας)
払底 ふってい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλλειψη, σπανιότητα, ανεπάρκεια, πείνα
払いきる はらいきる

ρήμα

  1. 01 εξοφλώ πλήρως (π.χ. δάνειο)
払い戻す はらいもどす N2

ρήμα

  1. 01 ξεπληρώνω, επιστρέφω χρήματα, αποζημιώνω
払い込む はらいこむ N2

ρήμα

  1. 01 καταθέτω, πληρώνω
払い出す はらいだす

ρήμα

  1. 01 πληρώνω, καταβάλλω, απομακρύνω
払子 ほっす

ουσιαστικό

  1. 01 χόσου, ιερατικό ξεσκονιστήρι για μύγες, ξεσκονιστήρι από ουρά αλόγου
払い込み はらいこみ

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωμή
払い下げ品 はらいさげひん

ουσιαστικό

  1. 01 είδη που εκποιούνται ή πωλούνται από το κράτος
払戻金 はらいもどしきん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή χρημάτων, έκπτωση, αποπληρωμή
払い出し はらいだし

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωμή, εκταμίευση
  2. 02 έκδοση, παράδοση
払い物 はらいもの

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστο αντικείμενο, απορριπτέο είδος