18 αποτελέσματα για «批»

批判 ひはん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κριτική, κρίση, σχόλιο
批評 ひひょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κριτική, αναθεώρηση, σχολιασμός
批判的 ひはんてき

επίθετο

  1. 01 κριτικός, επικριτικός, καταγγελτικός, αρνητικός
批評家 ひひょうか

ουσιαστικό

  1. 01 κριτικός
批准 ひじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επικύρωση
批判者 ひはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επικριτής, κριτικός
批評眼 ひひょうがん

ουσιαστικό

  1. 01 κριτική ματιά
批判力 ひはんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κριτική ικανότητα, κριτική σκέψη
批判哲学 ひはんてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 κριτική φιλοσοφία
批准書 ひじゅんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο επικύρωσης
批判的思考 ひはんてきしこう

ουσιαστικό

  1. 01 κριτική σκέψη
批判材料 ひはんざいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχεία άξια κριτικής, υλικό που χρησιμοποιείται για την άσκηση κριτικής σε κάποιον (κάτι)
批議 ひぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίκριση, κατάκριση, κριτική
批点 ひてん

ουσιαστικό

  1. 01 διορθωτικά σημεία
批正 ひせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κριτική και διόρθωση, σχολιασμός και διόρθωση
批判的リアリズム ひはんてきリアリズム

ουσιαστικό

  1. 01 κριτικός ρεαλισμός
批判票 ひはんひょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψήφος διαμαρτυρίας
  1. 01 κριτική
  2. 02 χτύπημα