45 αποτελέσματα για «承»
承知 しょうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γνώση, επίγνωση
- 02 αποδοχή, συγκατάθεση, συναίνεση, συμφωνία, συμμόρφωση, αναγνώριση
- 03 συγχώρεση, δικαιολόγηση
承諾 しょうだく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκατάθεση, έγκριση, αποδοχή, συμφωνία, συμμόρφωση
承認 しょうにん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγνώριση, παραδοχή, έγκριση, συναίνεση, συγκατάθεση, συμφωνία
承る うけたまわる N2
ρήμα
- 01 ακούω, πληροφορούμαι, μαθαίνω
- 02 λαμβάνω (παραγγελία), αναλαμβάνω, συμμορφώνομαι, δέχομαι (κράτηση, κ.λπ.)
承知の上で しょうちのうえで
άλλο
- 01 εσκεμμένα, επίτηδες, με πρόθεση, έχοντας υπόψη κάτι
承 しょう
ουσιαστικό
- 01 δεύτερος στίχος τετράστιχου κινεζικού ποιήματος
承服 しょうふく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποδοχή, συναίνεση, συμφωνία, υποταγή, συμμόρφωση, σύμφωνο, συγκατάθεση
承認欲求 しょうにんよっきゅう
ουσιαστικό
- 01 ανάγκη για επιδοκιμασία, επιθυμία για αναγνώριση, ανάγκες για εκτίμηση
承諾書 しょうだくしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο αποδοχής, έγγραφο συγκατάθεσης
承久 じょうきゅう
ουσιαστικό
- 01 εποχή Τζοκιού (12 Απριλίου 1219-13 Απριλίου 1222), εποχή Σοκιού
承継 しょうけい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαδοχή, ανάληψη αξιώματος, κληρονομική μεταβίβαση
承認印 しょうにんいん
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα έγκρισης
承引 しょういん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκατάθεση, αποδοχή, συμφωνία
承安 しょうあん
ουσιαστικό
- 01 Σόαν, εποχή της περιόδου Σόαν (21 Απριλίου 1171 - 28 Ιουλίου 1175), εποχή Τζόαν
承前 しょうぜん
άλλο
- 01 συνεχιζόμενος, που προηγήθηκε
承知の助 しょうちのすけ
επιφώνημα
- 01 εντάξει, βεβαίως, μάλιστα, έγινε, κατάλαβα
承応 しょうおう
ουσιαστικό
- 01 εποχή Σο-ο (18 Σεπτεμβρίου 1652 - 13 Απριλίου 1655), εποχή Τζο-ο
承平 じょうへい
ουσιαστικό
- 01 περίοδος Τζοχέι (26 Απριλίου 931 - 22 Μαΐου 938), περίοδος Σοχέι
承元 じょうげん
ουσιαστικό
- 01 εποχή Τζόγκεν (25 Οκτωβρίου 1207 - 9 Μαρτίου 1211), εποχή Σόγκεν
承認者 しょうにんしゃ
ουσιαστικό
- 01 εγκριτής, εξουσιοδοτημένος