11 αποτελέσματα για «抄»
抄 しょう
ουσιαστικό
- 01 απόσπασμα, απόκομμα
- 02 σχολιασμός, επεξήγηση
- 03 σό (μονάδα όγκου, περίπου 1,8 λίτρα)
- 04 τραπεζογραμμάτιο, χαρτονόμισμα
抄録 しょうろく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράθεμα, περίληψη, επιλογή, σύνοψη
抄訳 しょうやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνοπτική μετάφραση
抄本 しょうほん
ουσιαστικό
- 01 απόσπασμα, περίληψη, συνοπτική έκδοση, επιλογή κειμένων
抄出 しょうしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξαγωγή αποσπασμάτων, επιλογή αποσπασμάτων
抄読会 しょうどくかい
ουσιαστικό
- 01 ομάδα ανάγνωσης επιστημονικών άρθρων, συνάντηση για την ανάγνωση και συζήτηση ακαδημαϊκών δημοσιεύσεων, άρθρων, βιβλίων κ.λπ.
抄紙 しょうし
ουσιαστικό
- 01 χαρτοποιία
抄物 しょうもの
ουσιαστικό
- 01 κείμενα ή σχολιασμοί κειμένων της περιόδου Μουρομάτσι που χρησιμοποιούνταν σε διαλέξεις Ζεν
- 02 απόσπαση ή λήψη αποσπασμάτων (από ένα κλασικό έργο)
抄造 しょうぞう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχηματισμός φύλλου, χαρτοποιία
抄録ページ しょうろくページ
ουσιαστικό
- 01 σελίδα περίληψης
抄
- 01 απόσπασμα
- 02 επιλογή
- 03 περίληψη, σύνοψη
- 04 αντίγραφο
- 05 αραιός