6 αποτελέσματα για «把»

把握 はあく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανόηση (της κατάστασης, της σημασίας κ.λπ.), έλεγχος, κράτημα, πιάσιμο

άλλο

  1. 01 μετρητής για δεσμίδες
把持 はじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πιάσιμο, κράτημα, λαβή
把捉 はそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη, κατανόηση (ενός νοήματος)
把握反射 はあくはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστικό σύλληψης, παλαμιαίο αντανακλαστικό σύλληψης
  1. 01 πιάνω
  2. 02 δεμάτι, μάτσο
  3. 03 μάτσο, δέσμη
  4. 04 αριθμητική λέξη για δέσμες