30 αποτελέσματα για «抑»

そもそも

επίρρημα, ουσιαστικό, σύνδεσμος

  1. 01 εξαρχής, κατ' αρχάς, από την αρχή, αρχικά, εξ υπαρχής
  2. 02 τέλος πάντων, τελικά, στην πραγματικότητα, λοιπόν, στο κάτω κάτω, διάβολε
  3. 03 αρχή, ξεκίνημα
抑える おさえる

ρήμα

  1. 01 συγκρατώ, ελέγχω, περιορίζω, χαλιναγωγώ (π.χ. δαπάνες, συναισθήματα)
  2. 02 αναχαιτίζω (π.χ. εχθρό), καταστέλλω, υποτάσσω, περιορίζω
抑えきれない おさえきれない

επίθετο

  1. 01 ανεξέλεγκτος, αχαλίνωτος, ακατάσχετος
抑制 よくせい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, συγκράτηση, καταστολή, περιορισμός, αναστολή, αναχαίτιση
抑揚 よくよう

ουσιαστικό

  1. 01 επιτονισμός, τονισμός, διαμόρφωση, κάμψη της φωνής
抑圧 よくあつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, περιορισμός, καταπίεση, καταστολή
抑揚のない よくようのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 μονότονος
抑止力 よくしりょく

ουσιαστικό

  1. 01 αποτρεπτική δύναμη, ικανότητα αποτροπής (επίθεσης κ.λπ.)
抑え おさえ

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος (π.χ. χαρτοβάρης), πίεση προς τα κάτω
  2. 02 διατήρηση ελέγχου, άσκηση εξουσίας
  3. 03 αυτοσυγκράτηση, άσκηση αυτοπειθαρχίας
  4. 04 άμυνα, φρουρά, αποτροπή
抑止 よくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκράτηση, περιορισμός, αποτροπή, αυτοσυγκράτηση, καταστολή
抑えがたい おさえがたい

επίθετο

  1. 01 ανεξέλεγκτος, ακατάσχετος
抑留 よくりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκλεισμός, κράτηση
抑止効果 よくしこうか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτρεπτικό αποτέλεσμα, κατευναστική επίδραση, περιοριστική επίδραση
抑鬱 よくうつ

ουσιαστικό

  1. 01 μελαγχολία, κατάθλιψη
抑留者 よくりゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κρατούμενος
抑留所 よくりゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατόπεδο κράτησης ή εγκλεισμού
そも

σύνδεσμος

  1. 01 τελικά, ούτως ή άλλως, στην πραγματικότητα, λοιπόν, τι στο καλό, γιατί επιτέλους
抑うつ症 よくうつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλινική κατάθλιψη, καταθλιπτική διαταραχή
抑止信号 よくししんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα αναστολής
抑草 よくそう

ουσιαστικό

  1. 01 καταστολή ζιζανίων (μέσω εδαφοκάλυψης, κ.λπ.)