6 αποτελέσματα για «択»

たく

άλλο

  1. 01 μετρητική λέξη για επιλογές, εναλλακτικές λύσεις κ.λπ.
択一 たくいつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιλογή ενός από πολλά, πολλαπλή επιλογή
択一問題 たくいつもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση πολλαπλής επιλογής
択一的 たくいつてき

επίθετο

  1. 01 εναλλακτικός
択伐 たくばつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλεκτική υλοτομία (δέντρων)
  1. 01 επιλέγω
  2. 02 διαλέγω, επιλέγω
  3. 03 εκλέγω
  4. 04 προτιμώ