23 αποτελέσματα για «抵»

抵抗 ていこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίσταση, εναντίωση
  2. 02 απροθυμία, απέχθεια, αποστροφή
  3. 03 αντίσταση, οπισθέλκουσα, τριβή
  4. 04 ηλεκτρική αντίσταση
  5. 05 αντιστάτης
抵抗力 ていこうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ανθεκτικότητα, ικανότητα αντίστασης
抵抗感 ていこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπάθεια, απροθυμία, αντίσταση
抵触 ていしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση (νόμου, συνθήκης, κ.λπ.), παράβαση, σύγκρουση με τον νόμο
  2. 02 σύγκρουση (με θεωρία, ισχυρισμό, κ.λπ.), ασυνέπεια, ασυμβατότητα, αντίφαση
  3. 03 σύγκρουση, επαφή, άγγιγμα
抵抗を試みる ていこうをこころみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προβάλλω αντίσταση
抵当 ていとう

ουσιαστικό

  1. 01 υποθήκη, εγγύηση, ενέχυρο
抵抗勢力 ていこうせいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δυνάμεις της αντίδρασης, δυνάμεις της αντίστασης, δυνάμεις της αντιπολίτευσης, αντιπολιτευτικά στοιχεία, δύναμη αντίστασης
抵抗運動 ていこううんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστασιακό κίνημα
抵当権 ていとうけん

ουσιαστικό

  1. 01 υποθήκη, δικαίωμα ενεχύρου, προνομιακή απαίτηση
抵抗線 ていこうせん

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο αντίστασης (π.χ. στις τιμές των μετοχών)
  2. 02 σύρμα αντίστασης
  3. 03 γραμμή αντίστασης
抵当流れ ていとうながれ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσχεση υποθήκης
抵抗体 ていこうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστατικό στοιχείο (σε κύκλωμα, κ.λπ.)
抵抗器 ていこうき

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστάτης
抵当権者 ていとうけんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενυπόθηκος δανειστής, δικαιούχος υποθήκης
抵当権設定者 ていとうけんせっていしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενυπόθηκος οφειλέτης, υποθηκοδότης
抵当流れの品 ていとうながれのひん

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο που δεν εξαγοράστηκε
抵当権成立 ていとうけんせいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνίες υποθήκης
抵当貸付け ていとうかしつけ

ουσιαστικό

  1. 01 στεγαστικό δάνειο
抵抗率 ていこうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική ηλεκτρική αντίσταση
抵抗精神 ていこうせいしん

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα αντίστασης