13 αποτελέσματα για «拉»

拉麺 ラーメン

ουσιαστικό

  1. 01 ράμεν, κινεζικού τύπου ζυμαρικά
拉致 らち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομηρεία, απαγωγή, αρπαγή
拉致る らちる

ρήμα

  1. 01 απάγω, απαγάγω
  2. 02 σέρνω κάποιον σε μια εκδήλωση ή μέρος, αναγκάζω κάποιον να πάει κάπου
拉丁 ラテン

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 λατινικά (γλώσσα)
  2. 02 λατινοαμερικανικός, λατινικός, λατίνος
  3. 03 λατινικός (δηλαδή σχετικός με τη λογοτεχνία, τον πολιτισμό κ.λπ. της αρχαίας Ρώμης), ρωμαϊκός
拉致監禁 らちかんきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγωγή και περιορισμός (ειδικότερα παράνομος)
拉げる ひしゃげる

ρήμα

  1. 01 παραμορφώνομαι, συμπιέζομαι (επίπεδα)
拉げる ひしげる

ρήμα

  1. 01 συμπιέζομαι, συνθλίβομαι (επίπεδος)
拉致問題 らちもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα απαγωγών (ειδικότερα των Ιαπώνων που απήχθησαν από τη Βόρεια Κορέα)
拉致被害者 らちひがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θύματα απαγωγής, απαχθέντες
拉ぐ ひしぐ

ρήμα

  1. 01 συνθλίβω, πατώ
  2. 02 καταβάλλω, νικώ, συντρίβω
拉薩 ラサ

ουσιαστικό

  1. 01 Λάσα (Κίνα)
拉葡日対訳辞書 ラポにちたいやくじしょ

ουσιαστικό

  1. 01 λατινο-πορτογαλο-ιαπωνικό λεξικό (λατινικό, πορτογαλικό και ιαπωνικό λεξικό του 1595)
  1. 01 λατινικός
  2. 02 απάγω
  3. 03 συνθλίβω