Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
5 αποτελέσματα για «拐»
拐かす
かどわかす
ρήμα
01
απάγω (κυρίως με τη βία ή με δόλο), απαγάγω, αρπάζω
拐帯
かいたい
ουσιαστικό, ρήμα
01
φυγή με κλεμμένα χρήματα
拐引
かいいん
ουσιαστικό, ρήμα
01
απαγωγή με δόλο, απαγωγή
拐取
かいしゅ
ουσιαστικό
01
απαγωγή, απαγωγή προσώπου
拐
01
απαγάγω
02
παραποιώ