10 αποτελέσματα για «拠»

拠点 きょてん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση (επιχειρήσεων), τοποθεσία, σημείο, κέντρο, έρεισμα, προγεφύρωμα, οχυρό, προπύργιο, (στρατηγική) θέση
拠点とする きょてんとする

άλλο, ρήμα

  1. 01 εδρεύω σε (ένα μέρος), έχω ως βάση μου (ένα μέρος)
拠り所 よりどころ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, θεμέλιο, έρεισμα
  2. 02 στήριγμα, εφαλτήριο, κάτι στο οποίο βασίζεται κανείς
拠出 きょしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δωρεά, συνεισφορά
拠出金 きょしゅつきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματική δωρεά, εισφορά
拠金 きょきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνδρομή, εισφορά
拠所無い よんどころない

επίθετο

  1. 01 αναπόφευκτος (για κατάσταση, αιτία, κ.λπ.), υποχρεωτικός
拠守 きょしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 άμυνα, υπεράσπιση
拠点空港 きょてんくうこう

ουσιαστικό

  1. 01 κομβικός αερολιμένας
  1. 01 βάση
  2. 02 με βάση
  3. 03 ακολουθώ
  4. 04 επομένως