6 αποτελέσματα για «拮»

拮抗 きっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταγωνισμός (μεταξύ δύο ισάξιων πλευρών), πάλη για επικράτηση, ανταγωνίζομαι (με), συναγωνίζομαι (με), αντιπαρατίθεμαι (με), είμαι ισάξιος αντίπαλος (για)
拮抗薬 きっこうやく

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστής (φάρμακο)
拮抗作用 きっこうさよう

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνισμός
拮据 きっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμέλεια, ευσυνειδησία, τσιγκουνιά, σκληρή εργασία
拮抗筋 きっこうきん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστής μυς
  1. 01 επίκειμαι