2 αποτελέσματα για «拿»

拿捕 だほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάσχεση (ειδικά ξένου πλοίου), σύλληψη
  1. 01 πιάνω
  2. 02 συλλαμβάνω