14 αποτελέσματα για «挟»
挟む はさむ N2
ρήμα
- 01 κρατώ ανάμεσα (π.χ. στα δάχτυλα, στα τσόπστικς), συγκρατώ, σφίγγω (από τις δύο πλευρές)
- 02 βάζω ανάμεσα, τοποθετώ ανάμεσα, εισάγω, παρεμβάλλω
- 03 πιάνω (π.χ. ένα δάχτυλο σε πόρτα), παγιδεύω, τσιμπώ
- 04 παρεμβάλλω (π.χ. μια διακοπή σε διαδικασία), υποβάλλω (π.χ. μια ένσταση), πετάω (π.χ. ένα αστείο)
- 05 βρίσκομαι εκατέρωθεν (π.χ. δρόμου, τραπεζιού), έχω μεταξύ μου, βρίσκομαι απέναντι (π.χ. από δρόμο, ποτάμι)
- 06 τρέφω (συναισθήματα), σπέρνω (π.χ. αμφιβολίες)
- 07 πιέζω σαν λαβίδα, εγκλωβίζω (με κίνηση σαν λαβίδα)
挟まる はさまる N2
ρήμα
- 01 παρεμβάλλομαι ανάμεσα, εγκλωβίζομαι σε κάτι
挟み込む はさみこむ
ρήμα
- 01 εισάγω, τοποθετώ ανάμεσα, βάζω μέσα (σε κάποιο σημείο)
挟み撃ち はさみうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίθεση και από τις δύο πλευρές, κυκλωτική κίνηση, διπλή περικύκλωση
挟撃 きょうげき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διπλή επίθεση, κυκλωτική κίνηση, διπλή περικύκλωση
挟み上げる はさみあげる
ρήμα
- 01 σηκώνω (με ξυλάκια), πιάνω
挟撃作戦 きょうげきさくせん
ουσιαστικό
- 01 κυυκλωτική επιχείρηση (τακτική)
挟射 きょうしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκσπερμάτιση κατά τη διάρκεια μαστοαυνανισμού
挟殺 きょうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παγίδευση δρομέα μεταξύ δύο βάσεων
挟瞼器 きょうけんき
ουσιαστικό
- 01 λαβίδα εκτροπίου
挟書 きょうしょ
ουσιαστικό
- 01 κατοχή βιβλίων
挟み はさみ
ουσιαστικό
- 01 συνδετήρας, κλιπ
- 02 τσιμπίδα
挟み付け ハサミツケ
ουσιαστικό
- 01 σφιγκτήρας
挟
- 01 τσιμπάω
- 02 ανάμεσα