2 αποτελέσματα για «挵»

挵る せせる

ρήμα

  1. 01 σκαλίζω (π.χ. με ξυλάκια), καθαρίζω (τα δόντια μου)
  1. 01 παίζω με
  2. 02 χειρίζομαι πράγματα