5 αποτελέσματα για «捉»

捉える とらえる

ρήμα

  1. 01 πιάνω, συλλαμβάνω, αρπάζω, αιχμαλωτίζω
  2. 02 κατανοώ (π.χ. ένα νόημα), αντιλαμβάνομαι, αποτυπώνω (π.χ. χαρακτηριστικά)
  3. 03 αιχμαλωτίζω, γοητεύω, συγκινώ
捉えどころのない とらえどころのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δυσνόητος, ασύλληπτος, ασαφής, αδιόρατος
捉えどころ とらえどころ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο κατανόησης, ουσία (π.χ. ενός επιχειρήματος)
捉え方 とらえかた

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνεία, αντίληψη, κατανόηση
  1. 01 πιάνω
  2. 02 συλλαμβάνω