6 αποτελέσματα για «捥»

捥ぐ もぐ

ρήμα

  1. 01 κόβω (ιδιαίτερα περιστρέφοντας από δέντρο), μαδάω (π.χ. μήλα)
捥げる もげる

ρήμα

  1. 01 αποκόπτομαι, ξεριζώνομαι
捥る もぎる

ρήμα

  1. 01 μαδάω (π.χ. ένα μήλο), κόβω, αποκόπτω (π.χ. ένα απόκομμα εισιτηρίου), σπάω (π.χ. ένα κλαδί)
捥ぎたて もぎたて

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκοκομμένος (ντομάτα, μήλο κ.λπ.)
捥り もぎり

ουσιαστικό

  1. 01 εισπράκτορας εισιτηρίων, έλεγχος εισιτηρίων
  1. 01 λυγίζω τον καρπό
  2. 02 αποκολλάμαι, βγαίνω
  3. 03 σπάζομαι, χαλάω