2 αποτελέσματα για «掉»

掉尾 ちょうび

ουσιαστικό

  1. 01 τελική προσπάθεια, τελικό ξέσπασμα
  2. 02 τέλος, κλείσιμο, κατάληξη
  1. 01 κουνάω, κινώ