5 αποτελέσματα για «掬»

掬う すくう

ρήμα

  1. 01 αποκομίζω με κουτάλα, παίρνω με το χέρι
  2. 02 ρίχνω κάτω κάποιον τρικλίζοντας τα πόδια του
掬い すくい

ουσιαστικό

  1. 01 φτύάρισμα, άντληση, συγκέντρωση με τις παλάμες
掬い投げ すくいなげ

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία ρίψης με χέρι χωρίς λαβή στη ζώνη (σουκουινάγκε)
掬する きくする

ρήμα

  1. 01 φουχτώνω (με τις δύο παλάμες)
  2. 02 συμπονώ, λαμβάνω υπόψη
  1. 01 παίρνω νερό με το χέρι