14 αποτελέσματα για «揮»

揮発 きはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάτμιση, πτητικότητα
揮発性 きはつせい

ουσιαστικό

  1. 01 πτητικότητα
揮毫 きごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γραφή (ιδιαίτερα καλλιγραφία κατόπιν παραγγελίας), σχεδιασμός, ζωγραφική
揮発油 きはつゆ

ουσιαστικό

  1. 01 βενζίνη, καύσιμο, πετρέλαιο, βενζίνη (ως διαλύτης), πτητικό έλαιο
揮発成分 きはつせいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πτητικό συστατικό, πτητικό στοιχείο
揮散 きさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάτμιση, πτητικοποίηση, εξάχνωση
揮毫料 きごうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή για καλλιγραφία ή ζωγραφική
揮発度 きはつど

ουσιαστικό

  1. 01 κιχάτσου-ντο (πτητικότητα)
揮発物質 きはつぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 πτητική ουσία
揮発油税 きはつゆぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος βενζίνης, ειδικός φόρος κατανάλωσης βενζίνης
揮発性メモリー きはつせいメモリー

ουσιαστικό

  1. 01 πτητική μνήμη
揮発性記憶装置 きはつせいきおくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 πτητική μνήμη
揮発性有機化合物 きはつせいゆうきかごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πτητική οργανική ένωση, ΠΟΕ
  1. 01 κουνάω
  2. 02 κουνάω
  3. 03 κουνάω
  4. 04 κουνάω
  5. 05 κουνάω