5 αποτελέσματα για «揶»

揶揄う からかう

ρήμα

  1. 01 πειράζω, χλευάζω, κοροϊδεύω, ειρωνεύομαι, αστειεύομαι σε βάρος κάποιου
揶揄 やゆ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αστεϊσμός, πείραγμα, χλευασμός, ειρωνεία
揶揄嘲笑 やゆちょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειρωνεία και περιπαικτική διάθεση, χλευασμός και καταφρόνηση
揶揄い からかい

ουσιαστικό

  1. 01 πείραγμα, κοροϊδία, πειρακτική διάθεση, αστεϊσμός, χλευασμός
  1. 01 πειράζω
  2. 02 παίζω με