10 αποτελέσματα για «搬»
搬送 はんそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταφορά, διακίνηση, παράδοση
- 02 νοσηλεία, μεταφορά στο νοσοκομείο
搬入 はんにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταφορά εντός (ειδικά για βαριά αντικείμενα, έργα τέχνης, έπιπλα), εισκόμιση, εισαγωγή
搬出 はんしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομάκρυνση, μεταφορά έξω (ειδικότερα για βαριά αντικείμενα, έργα τέχνης, έπιπλα), εξαγωγή
搬入口 はんにゅうぐち
ουσιαστικό
- 01 είσοδος τροφοδοσίας, είσοδος παραδόσεων
搬送周波数 はんそうしゅうはすう
ουσιαστικό
- 01 φέρουσα συχνότητα
搬入日 はんにゅうび
ουσιαστικό
- 01 ημέρες καθορισμένες για την εισαγωγή εκθεμάτων (σε μια έκθεση)
搬送波 はんそうは
ουσιαστικό
- 01 φέρων κύμα, φέρων σήμα, φέρον
搬送物 はんそうぶつ
ουσιαστικό
- 01 προϊόν που μεταφέρεται σε ταινία μεταφοράς κ.λπ.
搬送帯 はんそうたい
ουσιαστικό
- 01 βιομηχανικός μεταφορέας (ταινία, αλυσίδα κ.λπ.)
搬
- 01 μεταφέρω
- 02 κουβαλώ
- 03 μεταφέρω