2 αποτελέσματα για «搶»

搶槓 チャンカン

ουσιαστικό

  1. 01 νίκη με πλακίδιο που κλέβεται από τον κανγκ (kong) άλλου παίκτη
  1. 01 σπρώχνω, ωθώ, ορμώ
  2. 02 σκουντώ, τρυπώ
  3. 03 μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι, συναντιέμαι
  4. 04 συγκεντρώνω, συναρμολογώ