2 αποτελέσματα για «摸»

摸牌 モーパイ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγνώριση πλακιδίου μέσω της αφής
  1. 01 ψάχνω, αναζητώ
  2. 02 μιμούμαι, αντιγράφω
  3. 03 αντιγράφω, κάνω αντίγραφο