8 αποτελέσματα για «摺»

摺り下ろす すりおろす

ρήμα

  1. 01 τρίβω στον τρίφτη
摺師 すりし

ουσιαστικό

  1. 01 τυπωτής ξυλογραφιών
摺箔 すりはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σουριχάκου, χρυσό ή ασημένιο φύλλο που έχει αποτυπωθεί (κολληθεί) σε παραδοσιακό ιαπωνικό ύφασμα
  2. 02 τύπος θεατρικής ενδυμασίας νο
摺本 しょうほん

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενο βιβλίο
摺り込み染め すりこみぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματισμός υφάσματος με την τοποθέτηση χάρτινου στένσιλ και το βούρτσισμα της βαφής, ύφασμα χρωματισμένο με αυτόν τον τρόπο
摺り染め すりぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος διακόσμησης υφασμάτων με το χτύπημα φύλλων ή λουλουδιών πάνω σε αυτό, ή με το τρίψιμο χρωστικής που έχει παραχθεί από αυτά τα υλικά
  2. 02 χρωματισμός υφάσματος με την τοποθέτηση ενός διάτρητου χάρτινου προτύπου και την εφαρμογή χρωστικής με πινέλο, ύφασμα χρωματισμένο με αυτόν τον τρόπο
摺動 しゅうどう

ουσιαστικό

  1. 01 ολίσθηση ή κίνηση κατά μήκος μιας λείας επιφάνειας με συνεχή επαφή σε αυτήν
  1. 01 τρίβω
  2. 02 διπλώνω
  3. 03 τυπώνω (σε ύφασμα)