5 αποτελέσματα για «撚»

撚る よる

ρήμα

  1. 01 στρίβω (νήμα), πλέκω (σχοινί)
撚り合わせる よりあわせる

ρήμα

  1. 01 πλέκω, στρίβω μαζί
撚糸 ねんし

ουσιαστικό

  1. 01 στριμμένο νήμα ή κλωστή, στρίψιμο νήματος ή κλωστής
撚翅 ねじればね

ουσιαστικό

  1. 01 στρεπσίπτερο
  1. 01 στρίβω
  2. 02 περιελίσσω
  3. 03 στριμμένος