9 αποτελέσματα για «撞»

撞着 どうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίφαση
撞木 しゅもく

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινος σφυροειδής κοπανιστής σε σχήμα ταυ για την κρούση καμπάνας
撞球 どうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μπιλιάρδο
撞木杖 しゅもくづえ

ουσιαστικό

  1. 01 πατερίτσες
撞木反り しゅもくぞり

ουσιαστικό

  1. 01 ρίψη σώματος προς τα πίσω τύπου σφύρας καμπάνας
  2. 02 σεξουαλική στάση όπου η γυναίκα είναι ξαπλωμένη ανάσκελα από πάνω
撞着語法 どうちゃくごほう

ουσιαστικό

  1. 01 οξύμωρο
撞木鮫 シュモクザメ

ουσιαστικό

  1. 01 σφυροκέφαλος καρχαρίας
撞着矛盾 どうちゃくむじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοαντίφαση
  1. 01 ωθώ
  2. 02 διαπερνώ
  3. 03 μαχαιρώνω
  4. 04 τσιμπώ