6 αποτελέσματα για «撹»

撹乱 かくらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναταραχή, σύγχυση, διατάραξη, αναστάτωση, στροβιλισμός
撹乱戦術 かくらんせんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικές αναστάτωσης
撹乳 かくにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανάδευση γάλακτος
撹乳器 かくにゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 κακου νιου κι
撹乱者 かくらんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ταραχοποιός, αναταράκτης, ενοχλητικό άτομο
  1. 01 διαταράσσω
  2. 02 μπερδεύω