2 αποτελέσματα για «擢»

擢用 てきよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλογή
  1. 01 διαπρέπω
  2. 02 ξεπερνώ
  3. 03 τραβώ έξω
  4. 04 επιλέγω