5 αποτελέσματα για «擲»

擲弾 てきだん

ουσιαστικό

  1. 01 χειροβομβίδα
擲弾兵 てきだんへい

ουσιαστικό

  1. 01 τεκιντανχέι, ριπτής χειροβομβίδων
擲弾筒 てきだんとう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτοξευτής χειροβομβίδων
擲弾発射筒 てきだんはっしゃとう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτοξευτής χειροβομβίδων
  1. 01 χτυπώ
  2. 02 παραιτούμαι