5 αποτελέσματα για «擽»

擽ったい くすぐったい

επίθετο

  1. 01 γαργαλιάρης
  2. 02 ντροπιαστικός
擽る くすぐる

ρήμα

  1. 01 γαργαλώ
  2. 02 κεντρίζω (την περιέργεια, τη ματαιοδοξία κ.λπ.), διεγείρω, προσελκύω, κολακεύω
  3. 03 κάνω (κάποιον) να γελάσει, διασκεδάζω, ψυχαγωγώ
擽る こそぐる

ρήμα

  1. 01 γαργαλώ
擽り くすぐり

ουσιαστικό

  1. 01 γαργάλημα
  2. 02 αστείο, καλαμπούρι
  1. 01 γαργαλώ
  2. 02 αστείος