Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
5 αποτελέσματα για «攣»
攣る
つる
ρήμα
01
παθαίνω κράμπα, πιάνεται το μυϊκό μου σύστημα
攣
てなえ
ουσιαστικό
01
αναπηρία βραχίονα, κάποιος με παράλυτα χέρια
攣れる
つれる
ρήμα
01
παθαίνω κράμπα
02
τραβιέμαι πολύ σφιχτά
攣縮
れんしゅく
ουσιαστικό, ρήμα
01
σπασμός
攣
01
στραβός
02
λυγισμένος