194 αποτελέσματα για «教»
教える おしえる N5
ρήμα
- 01 διδάσκω, καθοδηγώ, εκπαιδεύω
- 02 λέω, ενημερώνω, δείχνω
- 03 κηρύττω
教室 きょうしつ N5
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα διδασκαλίας, αίθουσα διαλέξεων
- 02 τμήμα (σε πανεπιστήμιο)
- 03 μάθημα, μαθήματα, σειρά μαθημάτων
- 04 σχολή (για μια συγκεκριμένη ειδικότητα), εκπαιδευτικό ίδρυμα
教師 きょうし
ουσιαστικό
- 01 δάσκαλος, καθηγητής, εκπαιδευτής
教育 きょういく N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκπαίδευση, σχολική φοίτηση, κατάρτιση, διδασκαλία, ανατροφή, διαπαιδαγώγηση
- 02 πολιτισμός, καλλιέργεια, μόρφωση, παιδεία
教わる おそわる N3
ρήμα
- 01 διδάσκομαι, μαθαίνω, κάνω μαθήματα
教会 きょうかい N4
ουσιαστικό
- 01 εκκλησία, ποίμνιο
教授 きょうじゅ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθηγητής
- 02 διδασκαλία, καθοδήγηση
教科書 きょうかしょ N3
ουσιαστικό
- 01 σχολικό βιβλίο, εγχειρίδιο
教え おしえ N3
ουσιαστικό
- 01 διδασκαλία, οδηγία, δίδαγμα, αρχή, μάθημα, δόγμα
教訓 きょうくん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μάθημα, δίδαγμα, διδασκαλία, ηθικό δίδαγμα
教 きょう
επίθημα
- 01 θρησκεία
教官 きょうかん
ουσιαστικό
- 01 δάσκαλος, εκπαιδευτής, καθηγητής
教養 きょうよう N2
ουσιαστικό
- 01 καλλιέργεια, μόρφωση, παιδεία, εκλέπτυνση, κουλτούρα
教え子 おしえご
ουσιαστικό
- 01 μαθητής (ειδικά παλαιότερος), μαθητευόμενος, ακόλουθος
教団 きょうだん
ουσιαστικό
- 01 θρησκευτική οργάνωση
教員 きょういん
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικός, δάσκαλος, διδακτικό προσωπικό, μέλος διδακτικού προσωπικού
教科 きょうか N1
ουσιαστικό
- 01 μάθημα, πρόγραμμα σπουδών, ύλη
教皇 きょうこう
ουσιαστικό
- 01 πάπας
教え込む おしえこむ
ρήμα
- 01 διδάσκω διεξοδικά, εμφυσώ, καλλιεργώ, ενσταλάζω, καταχωρώ με πίεση, εκπαιδεύω, εμπεδώνω
教頭 きょうとう
ουσιαστικό
- 01 υποδιευθυντής σχολείου